Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Η νύχτα, η ζήλεια και η τσιγγάνα

Αυτήν την ώρα κοιμάσαι. Είναι μια εικασία, αλλά όλη η απουσία σου στηρίζεται σε εικασίες. Το μεγάλο ρολόι, που βρίσκεται κρεμασμένο στο σαλόνι δείχνει τρεις. Είμαι ανεβασμένη στον πάγκο της κουζίνας και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Η νύχτα είναι ήρεμη και γλυκιά. Τη φοβάμαι. Μου λέει ένα τραγούδι που με μαγεύει κι έτσι την ακολουθώ.

Η νύχτα με παγίδεψε. Ακούω το τραγούδι της κι όλο και πιο πολύ χάνομαι μέσα στα μονοπάτια που με οδηγά. Μου μιλάει για σένα. Σε είδε λέει. Ήσουνα σε μια μεγάλη και άγνωστη πόλη και ξάπλωνες αγκαλιά με μια άλλη γυναίκα. Σε είδε που τη φίλαγες με χείλια διψασμένα, που την άγγιζες σαν να ήταν το σώμα της η κατοικία σου. Σε άκουσε να της μιλάς για τα όνειρα σου, για τους φόβους σου.

Ανοίγω το παράθυρο και διώχνω τη νύχτα. Δεν μπορώ άλλο να την ακούω. Στέκομαι καθισμένη μπρος στο ανοιχτό παράθυρο παρέα με τη νύχτα που δε φεύγει αλλά επιμένει να με πληγώνει. Κρατάω στα χέρια ένα κόκκινο ρόδι. Επικίνδυνη νύχτα. Το τηλέφωνο ακουμπισμένο δίπλα μου με καλεί να σε καλέσω. Ζητάει τον αριθμό της ζωής σου. Μου φωνάζει, με απειλεί να σου τηλεφωνήσω γιατί δεν μπορεί άλλο να στέκεται άπραγο. Δεν ξέρει πως δεν έχω τον αριθμό. Δεν ξέρει πως δεν μου τον έδωσες.

Κοίτα τι δύσκολα είναι όλα χωρίς εσένα! Πρέπει να αντιμετωπίσω τη νύχτα, το τηλέφωνο, το κενό κάτω από το παράθυρο, το ρόδι ανάμεσα στα χέρια μου. Το ανοίγω και το δαγκώνω. Ένα κόκκινο ζουμί στάζει πάνω στα χέρια και στα ρούχα μου. Λεκέδες πάνω στο άσπρο της αθωότητάς μου. Η επιθυμία να ‘ρθουμε πιο κοντά, να με πάρεις μαζί σου σε ταξίδια που δεν έχω πάει.

Κοιμάσαι αγκαλιά με μια άλλη γυναίκα. Χαμογελάτε και οι δυο με το χαμόγελο που σας άφησε φεύγοντας από το κρεβάτι σας ο έρωτας. Το ίδιο σεντόνι σας σκεπάζει. Αναπνέετε από τον ίδιο αέρα.

Η νύχτα γελάει δυνατά χορεύοντας έναν παράξενο χορό γύρω από τη φωτιά. Η νύχτα είναι τσιγγάνα με ένα ντέφι στα χέρια και μια μακριά φούστα. Παίζει το ντέφι της και μου ψιθυρίζει ρυθμικά μια λέξη: ζηλεύεις, ζηλεύεις, ζηλεύεις. Ήτανε μια φωνή, που έγινε δύο και στη συνέχεια τρεις και όλο πληθαίνουν οι φωνές που μου το λένε.

Ναι, ζηλεύω και αφήνω το παράθυρο, το ρολόι του τοίχου και τις απραγματοποίητες κλήσεις. Παίρνω τη νύχτα και χορεύω μαζί της γύρω από τη φωτιά. Και όλο την πλησιάζω και όλο καίγομαι. Βλέπω μέσα στις φλόγες τα μάτια σου. Εσύ με καις τελικά. Κάψε με. Σ’ αφήνω.

Έρχομαι κρυφά το βράδυ στο δωμάτιο που κοιμάσαι και κλέβω την ψυχή σου. Αν είναι να καώ θα καώ μαζί σου. Ύστερα επιστρέφω στη διάσταση της λογικής. Στο παράθυρο της κουζίνας, στον ήχο του ρολογιού. Ξαπλώνω και κοιμάμαι. Άφησα πάνω σου όλο το κόκκινο της επιθυμίας μου. Να το θυμάσαι και να το αναζητάς.

Καληνύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: