Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

Αλλαγή φύλου

Η εγχείριση «αλλαγής φύλου» έγινε στη Χαιδελβέργη.

Με άρπαξαν βίαια. Από μια ζωή, ζεστή μάνα, που με κρατούσε στην αγκαλιά της και με νανούριζε με όνειρα. Ήμουνα δεκαέξι χρονών, είχα δυο φυσιολογικά πόδια και μ’ αυτά έτρεχα προς το μοναδικό στόχο μου: να γίνω κάτι διαφορετικό.

Αρχικά με εκτόξευσαν στον ουρανό, με ένα σιδερένιο κλουβί που το λένε αεροπλάνο και βρέθηκα πάνω από τα σύννεφα, κοντά στο Θεό. Εκεί προσευχήθηκα να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου, γιατί είχα χίλια δυο πράγματα να κάνω και βιαζόμουν. Προσγειώθηκα με σιγουριά, αλλά το λαιμό μου τον τρυπούσαν σκληρά δάκρυα ενώ δε θυμάμαι ούτε στιγμή να πάτησα με τα πόδια μου το έδαφος.

Το πρώτο που μου έκαναν εκεί ήταν να με αγγίζουν. Δεκάδες άγνωστα χέρια κάθε μέρα με έγδυναν και μ’ έντυναν, έπιαναν τα μπούτια μου, με πίεζαν, άκουγαν την καρδιά μου, με ρωτούσαν αν πονάω, τράβαγαν έξω το αίμα μου και το τοποθετούσαν σε ένα σωρό μπουκαλάκια με πολύχρωμες ετικέτες. Χέρια στο λαιμό μου, στην πλάτη, στο στήθος, ακόμα και στις πατούσες μου. Και μετά άπειρα ζευγάρια μάτια. Μάτια τόσο αδιάκριτα που δεν περιορίζονταν στο γυμνό μου, από ρούχα και αλυσίδες, στήθος, αλλά κοίταζαν και μέσα από αυτό, τα κόκαλα, το κρέας, τα όργανα.

Πέρασα με επιτυχία το πρώτο μέρος της μεταλλαγής μου. Απέκτησα ανοσία σ’ ότι ιδιαίτερο μπορούσε να μου προκαλέσει ένα άγγιγμα. Ήμουνα γενναία. Δεν γκρίνιαξα πάρα πολύ, σχεδόν ούτε καν έκλαψα. Έτσι, προχωρήσαμε στην επόμενη φάση.

Ήρθα αντιμέτωπη με τη γυναικεία μου εικόνα. Μπροστά στον καθρέφτη, που κάθεται αιώνια εκείνη, η εύθραυστη, η ανέγγιχτη, που σπάει μόλις την αγγίξει κανείς, γυναίκα. Είδα να πέφτουν μέσα σε μερικά λεπτά όλα τα χάδια των μαλλιών μου, όλα τα δάχτυλα που πέρασαν ανάμεσα τους δήθεν τυχαία, τα ερωτικά βράδια της τόσο σύντομης ζωής μου. Σε κάτι χυδαία πλακάκια, πρόστυχο να τα βλέπει κανείς εκεί, πεσμένα τα μαλλιά μου. Σκυμμένη εγώ, σωριασμένη σε μια καρέκλα, το ‘ξερα πως έτσι θα γινότανε, αλλά η γυναίκα μέσα μου δεν ήξερε τίποτα. Ξεχύθηκε εκείνη τη στιγμή φρενιασμένη, να με ματώσει με τα νύχια, να με ξεσκίσει, που το άφησα να συμβεί. Και μπροστά στον πόνο της έκλαψα. Τα πήρε όλα η αποχέτευση: τρίχες, πλακάκια, χάδια, δάκρυα.

Δεν είχα μείνει τίποτα πια. Ήμουνα σχεδόν έτοιμη. Μου κρέμασαν κι ένα πλαστικό σωληνάκι στο στήθος, για τη θεραπεία είπαν. Επικοινωνούσε με το αίμα μου. Ένιωθα ερμαφρόδιτο με «πέος».

Ύστερα ήρθαν τα φάρμακα. Σακούλες ολόκληρες με χρωματιστά υγρά. Έβαζαν τον ορό να ρέει μέσω του ιδιότυπου «πέους» μου στο αίμα και μια συσκευή μάνιαζε και χτυπούσε κάθε φορά που η σακούλα άδειαζε. Τότε ερχότανε μια νοσοκόμα κι έφερνε άλλη. Μετά από μερικές ώρες ένα τεράστιο δηλητηριώδες μανιτάρι φύτρωνε μέσα στην κοιλιά μου και ξερνούσα σε πλαστικές λεκάνες. Χέρια, πάλι. Στην πλάτη και στο μέτωπο. Κι εγώ ίδρωνα, φώναζα κι έκλαιγα, πως δεν άντεχα. Αλλά άντεχα κάθε φορά. Στο τέλος με ξάπλωναν και στο άδειο μου στομάχι φύτρωνε ένα καινούριο μανιτάρι.

Ένα βράδυ ήρθε και με βρήκε στον ύπνο μου ο θάνατος και ξύπνησα με έναν πόνο στο πόδι. Από τότε οι εφιάλτες έγιναν αλήθεια και συναντάω την αληθινή ζωή μόνο στα όνειρα. Μέσα από το όνειρο σας γράφω τώρα τι συμβαίνει στη ζωή μου.

Όλοι οι φίλοι έκλαιγαν αλλά εγώ μέσα μου γελούσα, γιατί είχα παρακαλέσει άπειρες φορές να έρθει. Η αδρεναλίνη μου είχε ανέβει στα ύψη. Ήταν ό,τι πιο τρομαχτικό είχε συμβεί στη ζωή μου. Όταν θρηνούσα κι έλεγα «Γιατί σε μένα» ήταν όλα ψέματα. Έναν ρόλο έπαιζα, λίγο πιο δραματικό από τους άλλους, γιατί μέσα μου, το ήξερα ότι θα ερχόταν το περίμενα, το ήθελα. Μοίρασα σε όλους μάσκες και η παράσταση άρχισε. Μόνο η αγάπη ήταν αληθινή.

Δε θα σας βοηθήσω καθόλου να καταλάβετε την ιστορία μου. Καμιά εξήγηση, ούτε μια κυριολεξία. Τίποτα δεν είναι προσωπικό. Όλοι κρύβετε μια τέτοια ιστορία μέσα σας, αλλά δεν φανερώνεται σε όλους. Είναι όπως ο καρκίνος, που όλοι έχουμε μέσα μας, αλλά μόνο κάποιοι αρρωσταίνουν.

Τα πόδια μας ορίζουν τα βήματα μας. Μας δίνουν ελευθερία και χαρά. Είναι κάποιες φορές τόσο εκφραστικά που μιλάνε και λένε «Σ’ αγαπώ», «Αντίο», «Σε μισώ», «Άντε γαμήσου», «Πετάω». Τα βήματα τα ακούς, τα βλέπεις. Νιώθεις τη διάθεση αυτού που περπατάει, το χρόνο που διαθέτει, πού θέλει να πάει και πού τελικά θα φτάσει.

Εγώ έκοψα τα πόδια μου κι έφτιαξα φτερά. Από τότε όλοι παρακολουθούν τη ζωή μου με περιέργεια και αγωνία, γιατί κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πια πόσος και ποιος είναι ο δρόμος μου. Δεν είμαι περήφανη γι’ αυτό. Ξέρω, πως αν είχα την επιλογή, θα κράταγα τα πόδια μου. Αλλά γεννήθηκα και μου ‘τυχε αυτή η μοίρα κι εγώ τη δέχτηκα γιατί ήταν δικιά μου.

Τα μονοπάτια που περπατάω είναι μαγεμένα κι επικίνδυνα. Στις άκρες τους φυτρώνουν δηλητηριώδη άνθη και σοκολατένια σπίτια. Με συντροφεύουν μάγισσες και ιστορίες αλλόκοτων ανθρώπων. Έχει σκοτάδια, αγκάθια, δράκους και παράξενα ουρλιαχτά.

Αλλά τον κακό τον Φόβο τον έφαγε η Κοκκινοσκουφίτσα.