Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2008

Να ζεις...


Δεν ξέρεις πόσο πόνο μπορείς να αντέξεις.
Δεν έχεις ιδέα πόσο σε πονάει η μέρα που ξημερώνει. Δεν μπορείς να φας, δεν μπορείς να διαβάσεις ένα βιβλίο, να δεις μια ταινία, να βγεις μια βόλτα στα μαγαζιά, γιατί το μόνο που σκέφτεσαι είναι ο θάνατος. Θα πεθάνεις. Και θες να κάνεις κάτι με τον χρόνο που σου απομένει αλλά δεν ξέρεις τι. Μυρίζεις τα λουλούδια, κοιτάζεις ώρες έξω από το παράθυρο, αγγίζεις το σώμα σου και πάλι δεν ησυχάζεις.

Ούτε η μουσική σε ησυχάζει. Όλα τα τραγούδια, ακόμα και τα πιο θλιμμένα –ιδίως αυτά – είναι τόσο ζωντανά.

Κι ύστερα μισείς. Μισείς τα πάντα. Ακόμα και τους ανθρώπους που αγαπάς, γιατί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για σένα. Γιατί ακόμα κι αν πεθάνεις, αυτοί θα συνεχίσουν να ζουν. Μια βασανιστική ζωή, αλλά κι αυτήν την προτιμάς από το θάνατο. Μισείς, μισείς, μισείς. Τους ανθρώπους που ψωνίζουν, τα παιδιά που πηγαίνουν στο σχολείο, την ταμεία του σούπερ μάρκετ, τους αγχωμένους, τους ζητιάνους, τους μετανάστες. Όλους τους μισείς. Τους γιατρούς, τους νοσοκόμους. Όλους.















Κάποια στιγμή δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Γιατί ζεις πλέον έξω απ’ αυτόν. Έτσι κι αλλιώς είσαι στη συντήρηση. Δεν βγαίνεις, δεν γνωρίζεις κόσμο, δεν περπατάς, δεν τρέχεις, δεν χορεύεις, δεν ερωτεύεσαι, δεν έχεις μαλλιά, δεν έχεις περίοδο. Παίρνεις τόσα μα τόσα πολλά φάρμακα, πολλές φορές την μέρα ή και όλη μέρα από τον ορό.
Φοράς περούκες κι αυτό σε κάνει να νιώθεις χειρότερα. Όταν δεν ζαλίζεσαι, τρως μέχρι σκασμού. Σιχαίνεσαι τους αισιόδοξους, αυτούς που σου λένε όλο μαλακίες, αυτούς που σου μιλάνε γενικώς. Τι ξέρουν όλοι αυτοί; Τι μπορεί να ξέρουν; Δεν πεθαίνουν αυτοί! Δεν πονάνε αυτοί, όχι όσο πονάς εσύ.

Δεν αντέχεις. Δεν ξέρεις τι να κάνεις. Αιωρείσαι μεταξύ ζωής και θανάτου. «Δεν έχει επιστροφή και τέλος». Δεν θα γυρίσεις ποτέ στην παλιά σου ζωή. Είδες το θάνατο και πάντα θα τριγυρνάει στο μυαλό σου. Και δεν τελειώνει… Δεν πεθαίνεις, δεν πεθαίνεις, δεν πεθαίνεις.

Κι εκεί κάπου συνειδητοποιείς ότι δεν πέθανες. Ακόμα τουλάχιστον. Δεν είναι στο χέρι σου να ζήσεις. Δεν είναι στο χέρι σου να πεθάνεις. Που και που το ξεχνάς. Για μερικές μέρες είσαι ήρεμη. Μετά σε πιάνει πάλι η κρίση. Φοβάσαι γαμώ το. Φοβάσαι! Και δεν μπορείς να το ελέγξεις. Νομίζει πως σε έχουν βάλει μέσα σε έναν ανεμοστρόβιλο και ψάχνεις να κρατηθείς από κάπου. Από οτιδήποτε. Θεός, ψώνια, φίλοι, φαγητό. Θες να τελειώσει. Να σταματήσει η μπαλαρίνα να γυρίζει. Να κατεβείς! Δε θες να πεθάνεις. Δεν πεθαίνεις, αλλά ούτε ζεις.

Θες να πας για έναν καφέ όπως έκανες παλιά. Θα σκότωνες γι’ αυτό. Όπως όταν ένιωθες να σε πνίγει το σπίτι, που απλά άνοιγες την πόρτα κι έβγαινες. Τώρα πώς να ξεριζώσεις τους ορούς και τα καλώδια, να πάρεις τις πατερίτσες σου, να ξεφύγεις από τις νοσοκόμες, να αποδράσεις από το νοσοκομείο, να μπεις σε μια καφετέρια και να κοροϊδέψεις τον κόσμο, να τον πείσεις ότι είσαι φυσιολογική. Είσαι παγιδευμένη. Κουβαλάς τον εαυτό σου, την αρρώστια σου, τον πόνο σου, τον θυμό σου, τον φόβο σου. Κουβαλάς και τον πόνο και τον φόβο των άλλων. Αλλά αυτό που σε βαραίνει περισσότερο είναι η αγάπη των άλλων. Απ’ αυτήν θες να δραπετεύσεις κυρίως.

Άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι ζουν. Εσύ παραδόξως συνεχίζεις να ζεις. Κάποτε έρχεται ο καιρός να γυρίσεις σπίτι σου. Και χαίρεσαι. Όχι γιατί θα είναι πάλι όλα φυσιολογικά –αυτό δε θα συμβεί ποτέ. Γιατί θα δεις τους φίλους σου ξανά. Νομίζεις πως απλά θα τους αποχαιρετήσεις. Αλλά συνεχίζεις να ζεις. Συνεχίζεις… Δε σταματάς ποτέ. Να ζεις!

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Πως να καταστρέψεις ένα όνειρο μέσα σε ένα 24ωρο

Πριν ο αλέκτωρ λαλήσει…
Θα σε ξεχάσω! Που θα μου πας; Ένα όνειρο ήσουνα. Που το θυμόμουν το πρωί. Όχι. Ξημέρωσε.


…θα σ’ αρνηθώ 3 φορές!
Ξύπνημα στις 8 και μισή. Έτσι, θα βασανίσω τον εαυτό μου . Πονοκέφαλος όλη μέρα. Καλά να πάθω! Και τσιγάρα! Πολλά τσιγάρα, να αναστενάξω τη φωτιά, που δε σε έχω. Αλλιώς δε βγαίνουν οι αναστεναγμοί.

Δείξε μου ποιος μ’ αγαπά!
Πού είναι ο πούστης ο αναπτήρας; Ζητάω φωτιά από τον Γιάννη. «Άρχισες το κάπνισμα;» με μαλώνει. Θα μου κόψεις τα πόδια όπως έλεγες; Μακάρι, αλλά δε σε νοιάζει! Κανένα δε νοιάζει… Που να σου εξηγώ, πως αυτό δεν είναι τσιγάρο. Είναι η απουσία ενός χεριού να με κρατάει. Δώσε μου τον αναπτήρα, ηλίθιε! Ο καπνός μ’ αγαπάει!

Λαθρεπιβάτης
Τρομερός πονοκέφαλος. Στο λεωφορείο δύο τσιγγάνες φωνάζουνε. Μακάρι να ‘μουνα τσιγγάνα! Θα μιλούσα δυνατά, θα σου έκανα μάγια, θα ζητιάνευα: «Καλέ μου κύριε, λίγη αγάπη! Ο Θεός να σας έχει καλά!» Και δε θα ‘λεγες τίποτα! Κανείς δε θα έλεγε τίποτα, γιατί θα ήμουνα τσιγγάνα. Ελεύθερη! Όχι σκλάβα του εγωισμού!

Κάτι απογεύματα με καφέ και τσιγάρο
Φωνάζω το γείτονα για καφέ. Είναι γκόμενος με όλη την έννοια της λέξης. Καθόμαστε ένα δίωρο χαλαρά. Δεν μου την πέφτει. Φεύγει και αφήνει ένα χαμόγελο στα χείλια μου. Μόλις κλείνει την πόρτα, επιστρέφεις. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Θα σε ξεχάσω, μαλάκα!

Οι νύχτες από δω και πέρα…
«Θα σε ξεχάσω όσο πιο γρήγορα μπορώ». Δεν κοιμάμαι. Να ουρλιάξω θέλω, να τσιρίξω θέλω! Δεν μπορώ σου λέω! Δεν μπορώ! Το κεφάλι μου! Από πάνω φωνές, βλέπουν μπάλα. Να ‘μουν άντρας να χαιρόμουνα με μπάλες και αηδίες! Κλαίω…ακόμα κι όταν δεν κλαίω. «Ζήσε τη ζωή σου, βγάλε το ψωμί σου και παράτα μας!»

ΓΙΑΤΙ ΚΙ ΕΣΥ; ΚΙ ΕΣΥ; Δεν το περίμενα από σένα … να μη με θες.

Λικέρ της γιαγιάς να γίνει καλά η κοιλίτσα.

«Αύριο όλα θα είναι καλύτερα»