Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Τα σύριζα να κολυμπήσουν

Πόσα νερά ταρακούνησες από τον καναπέ σου; Δεν το κατάλαβες - πού να το καταλάβεις;-
για πόσο όμορφο ταξίδι η αφορμή υπήρξες.
Ξέρεις, όταν είσαι νέος και θέλεις να ζήσεις και σου αρέσει η ζωή πολύ
κι έχεις μέσα σου μια φουρτούνα, έναν ωκεανό, που θέλει να φωνάξει,
να παίξει, να ξεχειλίσει τι πιθανότητες έχει η πραγματικότητα; 

Δεν ξέρεις τι κακό έκανες ξυπνώντας το πρωί,
πλένοντας τα δόντια σου, πηγαίνοντας στη δουλειά σου,
σκοτώνοντας τις ώρες σου για να γυρίσεις σπίτι, φλερτάροντας ανούσια,
χαμογελώντας. Δεν είναι που με τρέλανες εσύ, είναι που εγώ τρελαινόμουν.

Να ζήσω, να πέσω στη θάλασσα μαζί σου, να τα βάλω με τα κύματα, να τους φωνάξω, πως είμαι αθάνατη, πως δε θα με φάνε οι καρχαρίες
και αφού κολυμπάμε μαζί το αδύνατο συμβαίνει.
Κι όταν συμβαίνει το α΄δυνατο πάει να πει πως είμαι ερωτευμένη.