
Τη μέρα που το μετεωρολογικό δελτίο προειδοποιούσε για τα πρώτα χιόνια εκείνου του χειμώνα, ο χοντρός εμφανίστηκε στη λέσχη για να φάει ό,τι μπορούσε να χωρέσει η τεράστια κοιλιά του. Τα βήματα του αντηχούσαν βαριά μπαφ μπουφ πάνω στο πάτωμα.
Όμως η Τοσοδούλα δεν μπορούσε να ακούσει τίποτε άλλο εκτός από την καρδιά της που χτυπούσε το ίδιο δυνατά. Οι μεταλλικές καρέκλες, τα ξύλινα χιλιοχτυπημένα τραπέζια, η ψιλή βροχή έξω από το τζάμι, οι θλιμμένοι φοιτητές... Όλα έμοιαζαν ξαφνικά αθόρυβα να πάλλονται μαζί με την καρδιά της και τα βήματα του, μέχρι που ο χοντρός πέταξε με βία το δίσκο πάνω στο τραπέζι και κάθισε να φάει. Τα φασόλια κυλούσαν μέσα στον οισοφάγο του σα να έκαναν τσουλήθρα και έφταναν στην ευρύχωρη παιδική χαρά της κοιλιάς του. Σλαρτς σλαρτς καταβρόχθιζε το πιάτο του και μόνο μια στιγμή σταμάτησε, σαν ένιωσε μια λεπτή ιδέα από τη μυρωδιά της ευτυχίας που ένιωσε κάποτε. Η Τοσοδούλα είχε περάσει από δίπλα του κι έφυγε. Μια μύγα μέσα από την εναπομένουσα φασολάδα του ψιθύριζε: "Βλάκα, που πλήγωσες την Τοσοδούλα, με το ψεύτικο, κουτσό πόδι. Κι αυτή τόσο σ' αγαπούσε. Σ' αγαπούσε βλάκα, βλάκα, βλάκα!".
Αν ήταν παραμύθι ο χοντρός θα δάκρυζε μέσα στο πιάτο, χιόνι θα άρχιζε να πέφτει από τον ουρανό, μια χριστουγεννιάτικη μουσική θα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα.
Αλλά δεν είναι παραμύθι. Ο χοντρός ρεύτηκε δυνατά και πήρε να διαβάσει ένα φυλλάδιο για την αναθεώρηση του άρθρου 16.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου